Οκτώ αιώνες πριν από τον Χριστό, οι Μιλήσιοι ίδρυσαν στον Άξενο Πόντο τη Σινώπη πρώτα και ύστερα τα Κοτύωρα, την Κερασούντα, την Τραπεζούντα, τη Φάση, την Οδησσό, την Αμάσεια, συνολικά 75 πόλεις.

 Η πρώτη επαφή με τον Πόντο γίνεται από την μυθολογία με τον θρύλο του Φρίξου και της Έλλης, με την Αργοναυτική Εκστρατεία και το χρυσόμαλλο δέρας, που κατά την μυθολογία βρισκόταν στην Κολχίδα, ανατολικά της Τραπεζούντας. Εκεί οι μακρινοί πρόγονοί μας ρίζωσαν και έσπειραν καρπό. Εκεί οι αιώνες πέρασαν μα οι άνθρωποι εξακολουθούσαν να λένε τον ήλιο ήλιο, τη θάλασσα θάλασσα, και την αγάπη αγάπη. Και ο Άξενος Πόντος έγινε Εύξεινος. Και φιλοξένησε έμπορους, ναυτικούς, στρατιώτες και στρατηγούς απ' τη μητέρα πατρίδα.

 

 

Στα 401 π.Χ. οι Μύριοι του Ξενοφώντα, ηττημένοι νικητές στη μάχη που έγινε στα Κούναξα της Βαβυλωνίας όπου πήγαν να υποστηρίξουν τον Κύρο το Νεώτερο ενάντια στον αδελφό του Αρταξέρξη, πήραν το δρόμο της επιστροφής ανάμεσα από αλλόφυλους και εχθρούς. Ύστερα από πολύμηνη και πολύπαθη πορεία έφτασαν στην ενδοχώρα του Πόντου και από την κορυφή του όρους Θήχης αναφώνησαν το ιστορικό «θάλαττα, θάλαττα». Στα χωριά της κοιλάδας του Πρύτανη ποταμού, τα χωριά της αλησμόνητης Ματσούκας όπου φυτρώνει η «αζαλέα η ποντική», οι Μύριοι έφαγαν και ήπιαν και έχασαν τα λογικά τους από το μεθυστικό μέλι, το «μαινόμενον» όπως έλεγε ο πόντιος ιστορικός της αρχαιότητας Στράβωνας, το «παλαλόν το μέλ» όπως έλεγαν οι γονείς μας.
Στη στενή λωρίδα γης στα παράλια της Μαύρης Θάλασσας οι πρόγονοί μας έζησαν ειρηνικά, χωρίς ποτέ να κάνουν ούτε έναν κατακτητικό πόλεμο, ώσπου η ιστορία έχασε τη ντροπή της. Και τότε μπήκαν στα καράβια σαν ανταλλάξιμη ύλη και πήραν το δρόμο της προσφυγιάς. Άφησαν το μυρωμένο σώμα του Πόντου στην αγκαλιά της Μαύρης Θάλασσας και πήραν μαζί τους το πνεύμα του, τον πολιτισμό του, την παράδοσή του. Και έφτασαν στην Μητέρα Πατρίδα. Φτωχοί τόσο που πιο πολύ δεν παίρνει.
Κάθε Κυριακή, ξεχνώντας το μόχθο και τα δάκρυα της εβδομάδας, έβαζαν τις φορεσιές της Πατρίδας και πιάνονταν στο χορό. Η λύρα άναβε φωτιές και τα τραγούδια έδιναν και έπαιρναν. Τραγούδια για τον ξεριζωμό, για την αγάπη, το θάνατο, τη ζωή. Και χόρευαν ώσπου τα χνάρια τους γίνονταν αυλάκια βαθιά μέσα στη λάσπη. Πολλοί είπαν πως ήταν ένας τρόπος φυγής από την πραγματικότητα. Μα εκείνοι άνοιγαν αυλάκι βαθύ με το χορό τους για να ριζώσει, να ανθίσει και να καρπίσει το δένδρο της Ρωμανίας επαληθεύοντας την προγονική τους ρήση: « Η Ρωμανία κι αν πέρασεν ανθεί και φέρει κι άλλο ». Για μάς τους Πόντιους ο χορός δεν είναι μόνο τρόπος έκφρασης αλλά και τρόπος ζωής. Γι' αυτό δεν λείπει από καμία εκδήλωση της ζωής μας.
Τα λόγια χωρίζουν, ο χορός ενώνει. Ενώνει τα χέρια, ενώνει τις ανάσες, ενώνει τους καημούς και τα όνειρα και εκφράζει την ενότητα και την υπεροχή της ομάδας, γι' αυτό αποκαλύπτει το μεγαλείο ή τις αδυναμίες ενός πολιτισμού. Στην Κίνα του 6ου αιώνα, ο σοφός Κομφούκιος έλεγε: « Δείξτε μου πώς χορεύει ένας λαός και θα σας πω αν ο πολιτισμός του είναι άρρωστος ή υγιής » (Ροζέ Γκαρωντύ: Ο χορός στη ζωή. Αθήνα, Ηριδανός).
Οι πρόγονοί μας δημιούργησαν κυκλικούς χορούς, ύψιστο δείγμα δημοκρατίας, δικαιοσύνης και ίσης συμμετοχής, αφού ο πρώτος χορεύει πιάνοντας τον τελευταίο, αφού ο κάθε χορευτής βλέπει όλους και τον βλέπουν όλοι. Τα όργανα στο κέντρο ισαπέχουν από όλους. Υπακούοντας στο γενικό ρυθμό, ο καθένας με τον τρόπο, με το ύφος και το συναίσθημα που τον κατέχει, διατηρεί την ατομικότητα, την ιδιαιτερότητά του. Χορεύουν μικροί και μεγάλοι, πεπειραμένοι και αρχάριοι, έτσι που ο χορός έχει την ποικιλία και τη δυναμική τού « γίγνεσθαι της ζωής ».
Στις εποχές τις παλιές, όταν τα νιάτα ήταν αδύνατο να επικοινωνήσουν αλλιώς, στο χορό εύρισκαν την ευκαιρία να ανταλλάξουν με ματιές κρυφά μηνύματα αγάπης και τραγουδούσαν: Εντρέπουμε να λέω σε, κορτσόπον αγαπώ σε πασκίμ ντο κ' εγροικάσα το όντες πυκνοτερώ σε. Και ήταν ωραιότερος εκείνος ο χορός, όπου το ζευγάρι των νέων από σύμπτωση ή και σκόπιμα χόρευαν δίπλα-δίπλα σφίγγοντας τα χέρια.
Ορισμένοι είπαν με πικρία πως από την λαϊκή μας παράδοση απόμειναν μόνον οι χοροί. Και λησμονούν πως ο χορός και το τραγούδι ήταν πάντα και θα μένουν οι κυριότερες συνιστώσες της λαϊκής παράδοσης. Γιατί " ο χορός άνθισε πριν ανθίσει ο άνθρωπος : στα έντομα, στα πουλιά, στα ζώα κάθε είδους " (Ροζέ Γκαρωντύ). Κι ακόμα γιατί ο χορός, όπως λέει ο Μωρίς Μπεζάρ, " είναι από τις σπάνιες δραστηριότητες όπου ο άνθρωπος δίνεται ολόκληρος: σώμα, καρδιά, πνεύμα ". Επί πλέον, στην εποχή μας όπου η ειδίκευση αγγίζει τα όρια του παραλογισμού, έχουμε εκχωρήσει την ατομική μας εμπειρία στους ειδικούς. Ειδικοί μιλούν για μας, χορεύουν για μας κι ακόμη διαλέγουν για μας πριν από μας τι θα δούμε και τι θα ακούσουμε" (Γιάννης Ταϊγανίδης). Σ΄αυτόν λοιπόν τον κόσμο της απόλυτης ετερονομίας απόμεινε τελευταίο δείγμα συμμετοχικής δημιουργικής διαδικασίας ο ομαδικός λαϊκός χορός.
Ο χορός είναι τρόπος βίωσης της ιδεολογίας και παράδοσης ενός λαού.Ετσι και στον Πόντο, όλες οι συνήθειες, τα ήθη, τα έθιμα, όλοι οι τρόποι λατρείας και ιεροτελεστίας των μελών της ποντιακής κοινωνίας βιώνουν μέσα από τους χορούς. Μ' αυτόν τον τρόπο κρατούσαν την απόσταση από τον τούρκο δυνάστη - απόσταση κοινωνική και πολιτιστική. Ταυτόχρονα εξασφάλιζαν την κοινωνική επαφή μεταξύ τους,απαραίτητη για να συνεχιστεί η αλληλοεπίδραση και αλληλοπροσανατολισμός.
Ένα δεύτερο στοιχείο είναι ότι ο χορός αποτελεί μια μορφή επικοινωνίας που διαφέρει από τις άλλες, γιατί το συναίσθημα, η δημιουργία κοινών τάσεων και η κοινωνική αλληλεγγύη μεταδίδονται με συμβολικές κινήσεις του κορμιού, των ποδιών, των χεριών, στοιχεία άγνωστα για τους αμύητους και για όσους δεν ανήκουν στην ίδια κοινωνική ομάδα.
Αν παρατηρήσουμε τους ποντιακούς χορούς μπορούμε να δούμε να αποκρυσταλλώνεται η δομή της ποντιακής κοινωνίας από την άποψη της κατανομής των κοινωνικών ρόλων. Οι ρόλοι των ανδρών είναι κυρίαρχοι, σε σχέση με των γυναικών που είναι κυριαρχούμενοι. Ο σεβασμός των νέων προς τους μεγαλύτερους φαίνεται μέσα από τους κοδεσπενιακούς χορούς, Διπάτ, Τίκ, Αργό Ομάλ. Τους ονόμαζαν έτσι γιατί χορεύονταν ως επί το πλείστον από μεγάλους άνδρες και οικοδέσποινες.
Η ποντιακή κοινωνία, κατά το μεγαλύτερο μέρος αγροτική, έδινε μέσα από τους χορούς τις εικόνες της αγροτικής ζωής. Η θεά της γονιμότητας, η γη που δίνει τους καρπούς της, δοξάζεται στους ειρηνικούς χορούς Τρυγόνα, Σαρίκουζ κλπ. Οι θρησκευτικοί τελετουργικοί χοροί φανερώνουν την πίστη των Ποντίων στο έθιμο και το σεβασμό στις αξίες εκείνες που αναπαρήγαγαν τους θεσμούς της δικής τους κοινωνίας, όπως το Θύμιγμαν, το Κοτσαγγέλ και όλοι οι χοροί του γάμου.

 

Από τον τύπο

Καιρος στην Αττικη

Athens

Αναζητηση