ΚΕΦΑΛΟΚΑΛΥΜΜΑΤΑ: ΑΝΔΡΙΚΟΣ:
¤ Κετσέ ή κιατσά: κάλυμμα φτιαγμένο από κετσέ, δηλαδή πεπιεσμένο μαλλί, μαύρο ή λευκό. Είχε σχήμα θολωτό και έφερε στο γύρο μαύρο τσιτ’ ή σερβέττα.

¤ Καλπάκ’ (τουρκ. γαλπάχ ή γαλπάγ): παλιό τούρκικο κεφαλοκάλυμμα που φόρεσαν και οι ‘Ελληνες του Πόντου. Πάνω ήταν επίπεδο, φτιαγμένο από κετσέ ή τσόχα με αστάρι και βαμβάκι κεντημένο. Το καλπάκι των μεταλλουργών ήταν φτιαγμένο από σαμουρόγουνα και έφερε στην προμετωπίδα χρυσά εμβλήματα (σφυρί, μοχλό και θρυαλλίδα).

 

¤ Τερλίκ’ ή ταρλίκ’: κάλυμμα σε σχήμα φεσιού από κετσέ στην αρχή και από χασεδένιο ύφασμα, κεντημένο αργότερα. Από το τελευταίο (ή και από κετσέ) αποτελούνταν το καβούκ ( ή χαβούγ΄/ χαβουχ’) και το φορούσαν παλαιότερα οι Τούρκοι. Το χασεδένιο τερλίκ’ το φορούσαν από κάτω από την κετσέ και το φέσι αργότερα, για τον ιδρώτα. Είχε στο γύρω του από την κάτω πλευρά πούρτζα (δηλαδή σαντζάκι) και στην κορφή κουκούλ’, είδος μικρής φούντας.

 

¤ Το παπακ’ ή παπάγ’: κάλυμμα από δέρμα προβάτου με φόδρα από μέσα ή και από αστρακάν’ στο πάνω επίπεδο.

 

¤ Κουκούλα: φοριόταν αρχικά μόνο από τους Λαζούς που χρησιμοποιούσαν ζίπκα. Κατόπιν από τους νέους της Κρώμνης και της Σάντας. Φτιαχνόταν από λεπτό εγχώριο μαύρο σάλι ή τσόχα με δυο ταινίες μακριές από το ίδιο ύφασμα που τυλίγονταν γύρω από το μέτωπο και κύκλωναν το κεφάλι με δέσιμο στο πίσω μέρος. Οι ταινίες αυτές έφεραν στο γύρο και στο μέρος της κεφαλής που ήταν η κουκούλα, σιρίτια χρυσοκεντημένα. Κρόσσος υπήρχε και στην κορυφή του καλύμματος.

 

¤ Φεσ’ ή φασ’: ήταν κόκκινο ή βυσσινί ή και μαύρο με φούντα πίσω (τουρκ. πισκιούλ’, πισκίλ’) από νήματα μαύρα ή γαλάζια. Γύρω του έδεναν μαύρο τσιτ’ ή τσαλμά (τουρκ) και οι νέοι την τσαβράν. Σε παλαιότερα χρόνια φορούσαν και οι γυναίκες φέσι με φούντα. Στην Κρώμνη συνηθιζόταν το φενερλίν’ κιουλλάχι, είδος φέσι πτυχωτό με ειδικό μεταξωτό λεπτό περιτύλιγμα πολύχρωμο που κατασκευαζόταν στην Τρίπολη της Αφρικής.

 

Σαν περιβλήματα μαζί με τα καλύμματα της κεφαλής έφεραν διάφορα υφάσματα λεπτότατα, τετράγωνα με σταμπωτά λουλούδια στην παρυφή ή και σε όλη την επιφάνεια, τα λεγόμενα τσίτεα ή και άλλο μαντήλι χρωματιστό βαμβακερό, μεταξωτό ή λινό. Ένα τέτοιο περίβλημα ήταν και η σερβέττα από λεπτό μαύρο πανί που παλαιότερα ήταν κίτρινο. Την σερβέττα την τύλιγαν ολόγυρα στην κετσέ και στο φέσι, ενώ οι αρχιερείς την τύλιγαν κάποτε γύρω από το καλυμαύχι.

ΠΑΙΔΙΚΟΣ:

Τα κορίτσια κάλυπταν το κεφάλι με δουλπάν ή με γιαζμά λευκή ή κίτρινη με χρωματιστά κλαδιά.

 

ΓΥΝΑΙΚΕΙΟΣ:

¤ Τάπλα: δισκοειδές χαμηλό κάλυμμα της κεφαλής που έφερε εσωτερικώς λεπτό στρογγυλό έλασμα. Το τμήμα που υπήρχε στο πάνω μέρος της κεφαλής σχημάτιζε δίσκο ενώ ο γύρω από το μέτωπο και προς τα πίσω γύρος παρουσίαζε ταινία 2-3 δακτύλων. Ο γύρος ήταν καλυμμένος με λεπτότατο σταμπωτό κόκκινο ύφασμα, το πολίτ’κον τσίτ’, δεμένο με τέτοιο τρόπο ώστε να φαίνονται τα χρωματιστά του σχήματα, τα πλούμια. Το κάτω τμήμα του στο μέτωπο άφηνε να διακρίνεται σειρά νομισμάτων δωδεκάγροσων (ρουμπιέδων) ή εικοσιπεντάγροσων (γαζίων) με τρύπα στο πάνω μέρος και ραμμένων με τέτοιο τρόπο ώστε το μισό του ενός να καλύπτει το μισό του διπλανού. Στα δυο άκρα της σειράς ήταν ραμμένα ένα ή κάποτε και δύο μεγαλύτερα φλουριά (μαχμουδιέδες)-75 γροσίων). Το σύνολο των φλουριών έφτανε τα 33-35. Άλλά μικρά φλουριά ήταν συχνά ραμμένα σε μικρές στενές κορδέλες μεταξωτές μαύρες (γαϊτάνια), οι οποίες, εξαρτημένες πλαγίως δεξιά κα αριστερά από το γύρο της τάπλας, έδεναν πίσω ή και κάτω από την πλεξίδα ή τις πλεξίδες. Η τάπλα όταν δεν έφερε τεπελίκ’ ή όταν δεν αντικαθίστατο από το κουρσίν, εκαλύπτετο με πυκνές σειρές νημάτων μαύρων ή γαλάζιων μεταξωτών κεντημένων με κύκλους ακτινοειδώς από το γύρω προς το κέντρο.

¤ Τεπελίκ’ (τουρκ. ταπαλίκ’): ήταν τάπλα που έφερε στην πάνω επιφάνεια ραμμένο λεπτό στρογγυλό ασημένιο ή επίχρυσο έλασμα με ανάγλυφα σχήματα ή με νομίσματα, βαλμένα το ένα δίπλα στο άλλο. Το έλασμα κάποτε αντικαθιστά χρυσοκέντητο τμήμα.

¤ Το φιντσάν’ ή κουκούλ’: το φορούσαν οι ηλικιωμένες. Σε μεταγενέστερους χρόνους φορούσαν τα τσαμπάρα, δηλαδή πολλά τσίτεα το ένα πάνω στο άλλο με μια βοχτσά πάνω από όλα.

 

Από τα τσίτεα που υπήρχαν στα τσαμπάρα εκείνο που δενόταν ήταν λευκό ενώ τα υπόλοιπα ήταν σκούρου χρώματος ή μαύρα. Το τεπελίκ’ καθώς και την τάπλα έφεραν στην κεφαλή κάπως λοξά και χαμηλά κάπως στο μέτωπο. Τα δύο αυτά είδη κεφαλοκαλυμμάτων καθώς και το κουρσίν στερεωνόταν με κορδόνια μεταξωτά, που δένονταν ή πίσω και κάτω από την πλεξίδα ή κάτω από το λαιμό αφού περνούσαν κάτω από τα αυτιά.

 

¤ Το κουρσίν ήταν είδος τεπελίκι κεντημένο πάνω με χρυσό νήμα ή με κεντημένο άνθος στο μέσο. Κάποτε έφερο κρόσσο από νήματα χρυσά και κρέμονταν στον αριστερό κρόταφο. Ολόγυρα είχε φλουριά και δενόταν με δύο δέρματα κάτω από την πλεξίδα.

 

¤ Στη Λιβερά χρησιμοποιούσαν τετράγωνο, διπλωμένο τριγωνικά, λευκό μαντήλι, την κατζοδέτραν, που κάλυπτε όλο το τριχωτό μέρος της κεφαλής. Τα άκρα της στριφογύριζαν και έδεναν πάνω από το μέτωπο. Πάνω της έδεναν με όμοιο τρόπο και άλλο κάλυμμα, το λετζέκ’, μαντήλι βαμβακερό με σταμπωτά κλαδιά και πάνω του δεύτερο λετζέκ’.

 

¤ Το τερλίκ’ και ταρλίκ’, κάλυμμα της κεφαλής κεντημένο με χρωματιστά νήματα, έφερε κάποτε νομίσματα στο γύρο, πούρτζα (σατζάκι) και κέντημα σε σχήμα μικρών τριγώνων.

 

¤ Η βαλά, το νυφικό κάλυμμα, χρησιμοποιούταν στο Ακ Νταγ Ματέν. Το πουλλούν ή πουρλούν (Κοτύωρα) ήταν λεπτό κόκκινο ή πράσινο νυφικό κάλυμμα.

 

¤ Το σαλ’ ήταν μάλλινο ύφασμα τετράγωνο μονόχρωμο ή πολύχρωμο που κάλυπτε σαν μπέρτα την κεφαλή, τα νώτα και τη μέση.

 

¤ Το τσαρκούλ’, πλατύ σαν το τούρκικο σαρτσάφ’ ήταν κάλυμμα μεταξωτό λευκό που κάλυπτε όλο το σώμα της γυναίκας από την κεφαλή ως τα πόδια. Στο Καραπερτσίν Αμισού, τσαρκούλ’ έλεγαν και το καμαρωτέρ’.

 

¤ Η καγιά ήταν επίσης ποδήρης καλύπτρα. Το καμαρωτέρ’ ήταν η συνήθης νυφική καλύπτρα (στη Λιβερά λεγόταν και καμάρα). Λεγόταν και τουβάκι (Κοτύωρα, Σινώπη) καθώς και λετζέκ’ (Σούρμενα) και τουλ’ (Πουλαντζάκη).

 

 

ΚΟΣΜΗΜΑΤΑ ΚΕΦΑΛΗΣ

Οι γυναίκες του Πόντου είχαν τα φλουριά της τάπλας, που διακοσμούσαν το μέτωπο και τις δύο στενές ταινίες που έδεναν κάτω από την πλεξίδα. Επίσης είχαν το τεπελίκ’, ασημένιο ή επίχρυσο δίσκο και το χιλάλ’ στο μέτωπο αντί των νομισμάτων της τάπλας. Ήταν πλεκτή από χρυσό σύρμα ταινία της οποίας το μήκος ήταν όσο και η απόσταση μεταξύ των δύο κροτάφων. Τα σκουλαρίκια ήταν συνήθως καφασωτά και στενόμακρα.

 

¤ Τα τετίκια ή τατίκια, κοσμήματα των πλεξίδων φτιαγμένα από εφτά ασημένιες αλυσίδες που η κάθε μια έφερε στο άκρο από ένα φλουρί πεντάγροσο (τουρκ. βεσλίκ) που κρεμόταν από πλατύ ασημένιο ή χρυσό τμήμα. Κάποτε έφερε και ματόχαντρα και σαμσάδες «για το μάτι».

 

¤ Το τσαφ’ ήταν κόσμημα της κεφαλής που αντικαθιστούσε τα φλουριά στα χωριά και που κρεμόταν από το κουρσίν, αποτελούμενο από διπλή σειρά αλυσίδες, που η κάθε μία έφερε στα δύο άκρα ασημένια τμήματα και επίχρυσα μονόγροσα ή ψευτοφούλιρα.

 

¤ Το τουλπίρ’: το Ακ Νταγ Ματέν ήταν ασυμένια αλυσίδα με πόρπες αριστερά και δεξιά της κεφαλής που καρφώνονταν στα καλύμματα της κεφαλής.

 

¤ Τα μαλλοδέματα, δεσίματα των μαλλιών, ήταν στην αρχή γαϊτάνια μεταξωτά. Σε μεταγενέστερη εποχή έγιναν ασημένιες αλυσίδες από τις οποίες ήταν εξαρτημένα ασημένια νομίσματα και ματοζήνιχα που τα κρεμούσαν στις πλεξίδες τα κορίτσια και οι νεαρές γυναίκες.

 

Πηγές: Δ.Η. Οικονομίδου, Περί αμφιέσεως, Αρχείον του Πόντου Β1929, σσ8 κεξ.

Οδ. Λαμψίδου- Αρ. Ραζή, Ευρετήριον απεικονίσεων και φωτογραφιών του Πόντου και των Ελλήνων Ποντίων 1977, σ. 297.

Δ.Η. Οικονομίδου, Περί αμφιέσεως, ό.π. σσ.25 κεξ. Οδ. Λαμψάκου ο.π. (σσ)297

Δ.Η. Οικονομίδου, Περί αμφιέσεως, ο.π. (σσ) 45-47.

 

Για να δείτε τις εικόνες με τα κεφαλοδεσίματα, επισκεφθείτε το τμήμα > Ενδυμασίες/Κεφαλοδεσίματα

 

 

 

Από τον τύπο

Καιρος στην Αττικη

Athens

Αναζητηση